Βόρειο Κουρδιστάν

Βόρειο Κουρδιστάν (Κουρδιστάν Τουρκίας)

 

 

Η ιστορία του κουρδικού λαού αποδεικνύει ότι πολλές φορές δεν επαρκεί ο εθνικός, απελευθερωτικός αγώνας και ο βαρύς φόρος αίματος που πληρώνει ένας λαός στο βωμό της ελευθερίας. Στην περίπτωσή μας, το αίτημα για ελευθερία έχει πληρωθεί ακριβά. Τα τέσσερα κράτη (Τουρκία, Ιράν, Ιράκ, Συρία) που έχουν μοιράσει τη γη μας άλλοτε συνεργάζονται για την εξόντωση της κουρδικής αντίστασης και άλλοτε χρησιμοποιούν το κουρδικό ζήτημα για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών. Όταν ένα από τα κομμάτια του Κουρδιστάν καταφέρνει να κινητοποιηθεί δυναμικά προς τον τελικό στόχο, τότε τα τέσσερα κράτη συνεργάζονται «αγαστά» για την κατάπνιξη του κινήματος. Από την άλλη πλευρά, όμως, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε και την ύπαρξη ορισμένων καίριων αδυναμιών του ίδιου του κουρδικού κινήματος.

Ο ιδρυτής του τουρκικού κράτους, Μουσταφά Κεμάλ, από την αρχή εφάρμοσε διπρόσωπη πολιτική. Στο πλαίσιο της ομιλίας του στο Εθνικό Συμβούλιο, τον Μάιο του 1920, δήλωσε: «Την ομάδα μας δεν αποτελούν μόνο Τούρκοι, Κούρδοι, Λαζοί, Τσερκέζοι. Αλλά είμαστε κυρίως μουσουλμάνοι». Ο δεύτερος ισχυρός άνδρας της Τουρκίας, Ισμέτ Ινονού, στις συνομιλίες στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λωζάννης, είχε δηλώσει: «Η εκλεγμένη τουρκική Εθνοσυνέλευση είναι εξίσου κυβέρνηση των Τούρκων όσο και των Κούρδων». Λίγα χρόνια αργότερα, το 1925, δήλωσε ο ίδιος: «Δηλώνουμε δημόσια ότι είμαστε εθνικιστές. Το μόνο που μας ενώνει είναι ο εθνικισμός. Πέρα από την τουρκική πλειοψηφία, όλα τα άλλα δεν έχουν καμία αξία. Όποιο κι αν είναι το κόστος, όσοι ζουν μέσα στα σύνορά μας θα εκτουρκισθούν. Θα εξαφανίσουμε όποιον αντιπαρατίθεται στους Τούρκους και τον τουρκισμό».

Στις 19 Σεπτεμβρίου  1930, ο Τούρκος υπουργός Δικαιοσύνης, Μαχμούτ Εσάτ Μποσκούρτ, δήλωνε στην ανοιχτή συγκέντρωση στην πόλη Οντεμίς: « Ο Τούρκος είναι ο μοναδικός αφέντης και ιδιοκτήτης αυτής της χώρας. Όσοι δεν έχουν το καθαρό αίμα της τουρκικής φυλής, έχουν μόνο ένα δικαίωμα: Να γίνουν υπηρέτες και δούλοι. Φίλοι, εχθροί, ακόμη και τα βουνά οφείλουν να γνωρίζουν αυτήν την αλήθεια» (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Μιλιέτ» την ίδια μέρα).

Η Τουρκική Δημοκρατία από την ημέρα της ίδρυσής της, στις 29 Οκτωβρίου 1923, αρνήθηκε την ύπαρξη άλλων λαών μέσα στα σύνορά της. Το σύνθημα της μονοκομματικής κεμαλικής εξουσίας ήταν: «Η Τουρκία ανήκει στους Τούρκους». Το Σύνταγμα και οι νόμοι του κράτους συντάχθηκαν με αυτό το πνεύμα. Από τότε μέχρι και σήμερα την πολιτική ζωή της χώρας καθορίζουν οι απόψεις και τα ιδεολογήματα των Νεοτούρκων. Βέβαια, η πολιτική εξαφάνισης των «αλλότριων» λαών εφαρμοζόταν ήδη σε μεγάλο βαθμό πριν από την επίσημη ίδρυση του τουρκικού κράτους. Οι γενοκτονίες των Ποντίων, των Αρμενίων, η Μικρασιατική Καταστροφή είχαν ολοκληρωθεί πριν από αυτήν. Μετά το 1923, στο στόχαστρο της ρατσιστικής και σοβινιστικής πολιτικής της Τουρκίας μπήκαν οι Κούρδοι. Στόχος: ο εκτουρκισμός των Κούρδων, η αλλαγή της δημογραφικής φυσιογνωμίας του Κουρδιστάν Τουρκίας, η εξαφάνιση της κουρδικής γλώσσας και του κουρδικού πολιτισμού. Διάφορα ρατσιστικά συνθήματα άρχισαν να διαδίδονται ευρέως: «Ένας Τούρκος αξίζει όσο όλος ο κόσμος». «Τι ευτυχία να λέω ότι είμαι Τούρκος». «Η δύναμη που έχεις ανάγκη, βρίσκεται μέσα στις φλέβες του αίματός σου». Όλες αυτές οι φράσεις-ρήσεις του Κεμάλ Ατατούρκ βρίσκονται γραμμένες στις εισόδους των σχολείων του Κουρδιστάν Τουρκίας και έχουν χαραχθεί με τεράστια γράμματα τις βουνοπλαγιές του. Ταυτόχρονα άρχισε να διεξάγεται και εκστρατεία αμαύρωσης της εικόνας των Κούρδων: «Δεν υπάρχει τίποτα που να ονομάζεται Κούρδος». «Άγριος Κούρδος». «Κούρδος (ζώο) με ουρά». «Η λέξη Κούρδος βγήκε από το θόρυβο που κάνει το μουλάρι όταν τρώει».

Τζεμίλ Τουράν   Cemil Turan Bazidi Στο Κουρδιστάν Τουρκίας, από την πρώτη στιγμή της ίδρυσης του τουρκικού κράτους, άρχισαν μεγάλες εξεγέρσεις. Η εξέγερση του Κότζκιρι (Kocgiri, 1920-21) ξεκίνησε από την ομώνυμη επαρχία και επεκτάθηκε αργότερα σε πολλές περιοχές του Κουρδιστάν. Η εξέγερση του Σεΐχ Σαΐτ (Seyh Sait, 1925) πήρε το όνομα του αρχηγού και ηγέτη της. Η κεμαλική κυβέρνηση, για να αμαυρώσει τον εθνικό και δημοκρατικό χαρακτήρα της, διέδωσε ότι πρόκειται για εξέγερση ενάντια στις προοδευτικές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες των Κεμαλιστών. Οι Τούρκοι δημοκράτες και το Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας ξεγελάστηκαν από την κυβερνητική προπαγάνδα, και το Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας πέτυχε να καταδικαστεί η κουρδική εξέγερση στην Γ’ Διεθνή. Συγχρόνως, παρ’ όλο που η εξέγερση είχε επεκταθεί σε μεγάλα τμήματα της χώρας, όχι μόνο δεν υποστηρίχθηκε από κανέναν στο εξωτερικό, αλλά ήταν η Τουρκία αυτή που βρήκε υποστηρικτές στην κατάπνιξή αυτής της εξέγερσης τις Μεγάλες Δυνάμεις.

 

Τζεμίλ Τουράν   Cemil Turan Bazidi Το 1927-30, ήρθε η σειρά του μεγάλου ξεσηκωμού του Αραράτ (Agri). Ήταν η πλέον οργανωμένη και πολιτικοποιημένη εξέγερση στην ιστορία του κουρδικού λαού. Η κουρδική οργάνωση Χουιμπούν (Hoybun) με έδρα στον Λίβανο έστειλε για να οργανώσει την εξέγερση τον Ιχσάν Νουρί Πασά – πρώην στρατηγό του οθωμανικού στρατού που είχε αυτομολήσει μετά τη διάλυση της Αυτοκρατορίας με το στράτευμά του στη Συρία. Τη βραχύβια περίοδο ελευθερίας που ακολούθησε στο βουνό του Αραράτ λειτούργησαν σχολεία πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ιδρύθηκε τυπογραφείο και με τη βοήθεια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης εγκαταστάθηκε σύστημα επικοινωνίας μέσω ασυρμάτου.
Όταν το τουρκικό κράτος κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μόνο του, αποφάσισε να συνεργαστεί με το Ιράν. Την ίδια ώρα, η βοήθεια προς τους εξεγερθέντες προερχόταν κυρίως από το ονομαζόμενο «Κόκκινο Κουρδιστάν» (σημερινό Λατζίν) – περιοχή που είχε διακηρυχθεί αυτόνομη μετά την Επανάσταση των Μπολσεβίκων το 1917. Ο Κεμάλ έπεισε τον Στάλιν, που θεωρούσε την κεμαλική επανάσταση αντί-ιμπεριαλιστική, να διαλύσει το Κόκκινο Κουρδιστάν και οι Κούρδοι απομονώθηκαν. Μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης, κουρδικά εδάφη ανταλλάχθηκαν μεταξύ Τουρκίας και Ιράν. Η Τουρκία έδωσε στο Ιράν ένα μεγάλο κομμάτι από την πεδιάδα του Αραράτ (πόλη και περιοχή Ντοομπαγιαζίτ), το Ιράν έδωσε στην Τουρκία, που ήδη κατείχε το Μεγάλο Αραράτ, και το Μικρό Αραράτ.

Τζεμίλ Τουράν   Cemil Turan BazidiΈργο του γνωστού Κούρδου ζωγράφου Arif Sevinç

Μεταξύ των 14 εθνικών εξεγέρσεων που έχουν καταγραφεί μετά την ίδρυση του τουρκικού κράτους, η τελευταία μεγάλη ήταν αυτή του Ντερσίμ (Dersirn, 1936-38). Και πάλι ο κουρδικός λαός δεν είχε την υποστήριξη καμίας Μεγάλης Δύναμης. Στην καταστολή της συμμετείχε όλος ο τουρκικός στρατός και η τουρκική αεροπορία. Μετά την κατάπνιξή της, η ορεινή και δύσβατη περιοχή του Ντερσίμ – που κανένας κατακτητής δεν είχε ποτέ πατήσει, ούτε Οθωμανός ούτε Πέρσης– τέθηκε πλέον υπό τουρκικό έλεγχο και ο στρατός παραμένει έως σήμερα. Την περιοχή ο Μουσταφά Κεμάλ είχε αποκαλέσει «καρκίνωμα» και στις μάχες για την καθυπόταξή της συμμετείχε και τραυματίστηκε.
Οι εξεγέρσεις οδήγησαν σε οργανωμένη γενοκτονία κατά των Κούρδων. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι δολοφονήθηκαν. Μεγάλοι πληθυσμοί υποχρεώθηκαν σε εσωτερική μετακίνηση. Μετά την καταστολή και της τελευταίας οργανωμένης εξέγερσης, βαρειά σιωπή σκέπασε το κουρδικό ζήτημα για 20 περίπου χρόνια.

Τζεμίλ Τουράν   Cemil Turan Bazidi

 Το 1959 εμφανίστηκε στην Τουρκία η «Κίνηση Κούρδων Διανοουμένων». Ακολούθησε η άμεση σύλληψη των μελών της – η λεγόμενη «Σύλληψη των 49». Η σιωπή για το Κουρδικό έσπασε. Εκδόθηκαν περιοδικά φιλοκουρδικού περιεχομένου: Dicle-Fırat (Τίγρης-Ευφράτης), Deng, Yeni Akış. Δημιουργήθηκαν δυο ισχυρά πολιτικά ρεύματα: Το πρώτο, πατριωτικό κουρδικό, οδήγησε το 1965 στη γέννηση του παράνομου «Δημοκρατικού Κόμματος Κουρδιστάν Τουρκίας». Το δεύτερο, αριστερού χαρακτήρα και όχι αμιγώς κουρδικό, οδήγησε στην ίδρυση του νόμιμου «Εργατικού Κόμματος Τουρκίας» (ΤİΡ) μέσα από το οποίο ξεπήδησε η λεγόμενη «Πτέρυγα της Ανατολής» που παράπεμπε στη νοτιοανατολική Τουρκία. Το 1967, στο Κουρδιστάν Τουρκίας και σχεδόν σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Τουρκίας έγινε σειρά διαδηλώσεων και πορειών με τη γενική ονομασία «Συγκεντρώσεις της Ανατολής». Αυτές οι πολιτικές δραστηριότητες είχαν την υποστήριξη και των δυο κομμάτων. Το 1970, στο πρώτο συνέδριο του ΤİΡ έγινε για πρώτη φορά αναφορά στο κουρδικό ζήτημα. Λίγο αργότερα, το ΤİΡ διασπάσθηκε και αποχώρησαν οι περισσότεροι Κούρδοι που ανήκαν στην «Πτέρυγα της Ανατολής». Στις 12 Μαρτίου 1971, η τουρκική χούντα που κατέλαβε την εξουσία, έκλεισε το ΤİΡ λόγω των αναφορών που είχαν γίνει στο συνέδριο για το κουρδικό ζήτημα.
Το 1974 ιδρύθηκε παράνομα το πρώτο αμιγώς πολιτικό κουρδικό κόμμα με την ονομασία «Σοσιαλιστικό Κόμμα Κουρδιστάν Τουρκίας». Ύστερα από λίγα χρόνια, μετονομάσθηκε σε «Σοσιαλιστικό Κόμμα Κουρδιστάν» (PSK). Ιδρυτής και γενικός του γραμματέας μέχρι σήμερα είναι ο Κεμάλ Μπουρκάϊ. Το κόμμα αυτό έδωσε κυρίως βαρύτητα στις πολιτικές δραστηριότητες για την ανάδειξη και προώθηση του κουρδικού ζητήματος. Χρησιμοποιώντας πειστικά επιχειρήματα, σχετικά με τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις του ζητήματος, κατέδειξε την αποικιακή σχέση Τουρκίας-Κουρδιστάν. Αποσαφηνίζοντας τους στόχους της εθνικής δημοκρατικής επανάστασης, πρότεινε ήδη από την ίδρυσή του δυο λύσεις: συνομοσπονδία, εάν ευνοήσουν συγκεκριμένες συνθήκες, στην οποία οι δυο λαοί θα συμβιώνουν σε ισότιμη βάση σε όλα τα επίπεδα ή ανεξαρτησία, στην περίπτωση που οι συνθήκες δεν επιτρέψουν την πρώτη λύση.

Τζεμίλ Τουράν   Cemil Turan Bazidi

Στην ιδρυτική του διακήρυξη, το PSK τονίζει ότι ο κουρδικός λαός έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπίζεται με όλους τους τρόπους τα δικαιώματά του. Μέσα από αυτήν την οπτική υποστήριξε έμπρακτα τον ένοπλο πατριωτικό αγώνα στο Κουρδιστάν Ιράν και στο Κουρδιστάν Ιράκ. Συγχρόνως, δεν σταμάτησε ποτέ να καταδικάζει τις εχθροπραξίες και κάθε μορφή βίας μεταξύ των απελευθερωτικών κινημάτων του Κουρδιστάν. Χάρη στις πρωτοβουλίες του γενικού γραμματέα του, που χαίρει μεγάλης εκτίμησης σε όλα τα τμήματα του Κουρδιστάν, αναχαιτίσθηκαν και σταμάτησαν αρκετές συγκρούσεις μεταξύ κουρδικών πολιτικών οργανώσεων. Στο παρελθόν, το PSK δέχθηκε επανειλημμένες επιθέσεις από το Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν (ΡΚΚ) – και οι επιθέσεις αυτές οδήγησαν σε δολοφονίες σημαντικών στελεχών του PSK στο Κουρδιστάν Τουρκίας και στην Ευρώπη. Το PSK δεν απάντησε με τον ίδιο τρόπο και συνεχίζει μέχρι σήμερα να καταγγέλλει κάθε μορφή βίας στους κόλπους του κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος.

Οι κύριες δραστηριότητες του PSK είναι επικεντρωμένες μέχρι σήμερα στην οργάνωση και δραστηριοποίηση στους κόλπους της κοινωνίας, στα συνδικάτα, τα σωματεία, το φοιτητικό κίνημα, στους δήμους και τις κοινότητες. Το 1977 ίδρυσε την πρώτη κουρδική εφημερίδα από την ίδρυση του τουρκικού κράτους, με τίτλο «Ήλιος της Πατρίδας» («ROJA WELAT»). Η κυκλοφορία της εβδομαδιαίας αυτής εφημερίδας, μέχρι το κλείσιμό της από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980, ανερχόταν, παρά τα σοβαρά προβλήματα έκδοσης και διανομής στα 35.000-40.000 φύλλα. Το 1977, στο Ντιγιάρμπακιρ – πρωτεύουσα του Κουρδιστάν Τουρκίας– δήμαρχος εκλέχθηκε ο ανεξάρτητος υποψήφιος Mehdi Zana, στέλεχος του PSK. Στο ίδιο παράνομο κόμμα ανήκε και ο εκλεγμένος με ανεξάρτητο ψηφοδέλτιο δήμαρχος του Αραράτ το 1979.

Τζεμίλ Τουράν   Cemil Turan Bazidi                                Ο Ουρφάν Αλπασλάν, δήμαρχος του Άγκρι (Αραράτ)

Όπως ήταν φυσικό, το PSK ήταν το πρώτο κόμμα του Κουρδιστάν Τουρκίας που έδωσε βάρος στη διεθνοποίηση του κουρδικού ζητήματος. Από το 1976 άρχισε να ανοίγει γραφεία στο εξωτερικό και να δραστηριοποιείται στους Κούρδους μετανάστες του εξωτερικού. Σήμερα, είναι ένα από τα δύο μεγαλύτερα κόμματα του Κουρδιστάν Τουρκίας, με δυο περιοδικά και μία εφημερίδα να εκδίδονται παράνομα στην Τουρκία.

Το φιλοκουρδικό «Λαϊκό Κόμμα Εργασίας» (ΗΕΡ) ιδρύθηκε στην Τουρκία με την έμμεση συμμετοχή και άμεση υποστήριξη του PSK. Το νόμιμο αυτό κόμμα, στις βουλευτικές εκλογές της 20ής Δεκεμβρίου 1991 αντιπροσωπεύθηκε στο τουρκικό Κοινοβούλιο με 20 βουλευτές. Στη συνέχεια, ως είθισται, απαγορεύθηκε. Το 1993, ο γ.γ. του PSK Κεμάλ Μπουρκάϊ και ο πρόεδρος του ΡΚΚ Αμπντουλάχ Οτζαλάν υπέγραψαν πρωτόκολλο συνεργασίας (λίγο πριν το ΡΚΚ είχε προχωρήσει σε μονόπλευρη κατάπαυση του πυρός) για την ειρηνική, πολιτική επίλυση του κουρδικού ζητήματος και για τη λήψη πρωτοβουλίας προκειμένου να κληθούν και τα υπόλοιπα κουρδικά κόμματα και κινήματα για να δημιουργηθεί ένα κοινό απελευθερωτικό μέτωπο.

Το «Εργατικό Κόμμα Κουρδιστάν» (ΡΚΚ) ιδρύθηκε το 1977. Η μεγάλη διαφορά του από τα άλλα κουρδικά κινήματα και κόμματα είναι ότι στράφηκε κυρίως στον ένοπλο αγώνα, αγνοώντας τον πολιτικό. Πεποίθησή του ήταν ότι μόνον η ένοπλη δράση μπορεί να αφυπνίσει την πολιτική συνείδηση των χωρικών, διότι μόνο με αυτήν μπορεί να αναδειχθεί η αδυναμία της αποικιοκρατικής εξουσίας και η δυνατότητα κατάλυσής της. Έτσι, ξεκίνησε τις ένοπλες ενέργειες αμέσως μετά την ίδρυσή του. Στο διάστημα 1977-80 συγκρούστηκε επανειλημμένως με την τουρκική Αστυνομία και Χωροφυλακή και μέσω των ενόπλων ενεργειών απέκτησε μεγάλη απήχηση σε πολλές περιοχές του Κουρδιστάν. Το 1984, όταν ξεκίνησε ο οργανωμένος ένοπλος αγώνας, ο αριθμός των μελών και οπαδών του αυξήθηκε αλματωδώς. Όμως, το ΡΚΚ χρησιμοποίησε τη βία ως μέσο επίλυσης πολύ διαφορετικών προβλημάτων. Από το 1977 και μετά ήρθε σε αντιπαράθεση σχεδόν με όλες τις κουρδικές πολιτικές οργανώσεις στο Κουρδιστάν Τουρκίας και χρησιμοποίησε για την επικράτησή του τα όπλα. Το 1992, συγκρούσθηκε ανοιχτά με τους Κούρδους του βορείου Ιράκ. (Μετά τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991 οι δυτικές συμμαχικές δυνάμεις δημιούργησαν στο βόρειο Ιράκ ζώνη προστασίας του κουρδικού πληθυσμού από τον Σαντάμ Χουσεϊν).

Εκείνες οι συγκρούσεις του ΡΚΚ με τη νεοεκλεγμένη κουρδική κυβέρνηση του αυτόνομου Κουρδιστάν Ιράκ κράτησαν σχεδόν ένα μήνα και έγιναν εντός των ιρακινών συνόρων. Τους μόνους που βοήθησαν οι συγκρούσεις ήταν τους εχθρούς του κουρδικού κινήματος, καθώς είχαν ως αποτέλεσμα τη διάλυση του εκλεγμένου, με νόμιμες διαδικασίες και την παρουσία διεθνών παρατηρητών, Κοινοβουλίου του Κουρδιστάν Ιράκ.

Από την πρώτη ημέρα της ίδρυσής του, το ΡΚΚ υποστήριξε ότι μοναδική λύση για το κουρδικό ζήτημα είναι η ανεξαρτησία. Όμως, τα τελευταία χρόνια ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν τόνιζε ότι εκτός από την ανεξαρτησία μπορούσαν να γίνουν δεκτές και άλλες λύσεις – όπως η ομοσπονδία ή η αυτονομία εντός του τουρκικού κράτους. Συγχρόνως, είχε επανειλημμένως προχωρήσει σε μονομερή κατάπαυση πυρός.

Ο ένοπλος αγώνας του ΡΚΚ είχε τεράστιο οικονομικό κόστος. Όπως έχουν δηλώσει Τούρκοι αξιωματούχοι, ο πόλεμος αυτός κοστίζει 80 δισ. δολάρια ετησίως στην Τουρκία. Από τότε που άρχισε, η τουρκική κυβέρνηση έχει εγκαταστήσει δύναμη 300.000 στρατιωτών στο Κουρδιστάν, έχει μετακινήσει στην περιοχή 120.000 άνδρες των τουρκικών ειδικών δυνάμεων και έχει δημιουργήσει μονάδα Πολιτοφυλακής δυναμικότητας 80.000 ανδρών. Την Πολιτοφυλακή αποτελούν Κούρδοι, οι λεγόμενοι «φύλακες των χωριών». Όπως έχει γραφτεί σε γνωστό άρθρο της έγκυρης γερμανικής επιθεώρησης «Ντερ Σπίγκελ»: «Στα βουνά οι αντάρτες σκοτώνουν τους φύλακες των χωριών κι οι φύλακες τους αντάρτες. Στα χωριά, οι αντάρτες εισβάλλουν στα σπίτια των φυλάκων και τους σκοτώνουν μαζί με τις οικογένειές τους’ οι φύλακες των χωριών εισβάλλουν στα σπίτια των ανταρτών και τους σκοτώνουν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Όταν κτυπούν οι αντάρτες, κατηγορούν για τους φόνους τους το κράτος. Όταν σκοτώνει το κράτος, κατηγορεί για τους φόνους του τους αντάρτες» .

Και ο συντάκτης του άρθρου συνεχίζει: «…Ύστερα η Τουρκική Δημοκρατία άρχισε να διορίζει ως φύλακες των χωριών Κούρδους ηλικίας 7 έως 70 ετών. Οποίος αρνιόταν υποβαλλόταν σε βασανιστήρια. Τους πιο ανυπάκουους τους σκότωναν μέσα στα κρατητήρια. Μερικοί μιλούν για 1800 και άλλοι για 1200 επιλεγμένους Κούρδους που δολοφονήθηκαν. Στη συνέχεια, άρχισαν να καίγονται χωριά. Δυο χιλιάδες κουρδικά χωριά παραδόθηκαν στις φλόγες. Φημολογείται ότι 2,5 εκατ. Κούρδοι εγκατέλειψαν τότε τα σπίτια τους. Σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις, ο αριθμός αυτών που τράπηκαν σε φυγή ανέρχεται στα τρία εκατομμύρια. Πιθανότατα, ο πραγματικός αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος».

 

Τζεμίλ Τουράν   Cemil Turan Bazidi Η Τουρκία προσπαθεί να παρουσιάσει το ΡΚΚ σαν τρομοκρατική οργάνωση και στο πρόσωπό της να χαρακτηρίσει τρομοκρατικές και τις υπόλοιπες κουρδικές πολιτικές οργανώσεις. Επιχείρημα αποτελούν οι επιθέσεις των ανταρτών του ΡΚΚ εναντίον των πολιτικοφυλάκων κουρδικής καταγωγής. Όμως, η Διεθνής Αμνηστία και το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών έχουν επανειλημμένως κατηγορήσει τόσο την Τουρκία, όσο και το ΡΚΚ για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και χρήση βίας εναντίον άμαχου πληθυσμού.

Η επιμονή της Τουρκίας για επίλυση του κουρδικού ζητήματος με στρατιωτικά μέσα την έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο. Το ίδιο θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί και για το ΡΚΚ. Ο δεκάχρονος ένοπλος αγώνας και οι μεγάλες θυσίες του κουρδικού λαού δεν έφεραν χειροπιαστά αποτελέσματα. Η καταστροφή των χωριών, δε, δυσκόλεψε τα τελευταία χρόνια σε μεγάλο βαθμό τη δράση των ανταρτών του ΡΚΚ. Από την άλλη πλευρά, κάποιες λανθασμένες κινήσεις του ίδιου του ΡΚΚ και η καλά οργανωμένη προπαγάνδα του τουρκικού κράτους, έχουν δημιουργήσει άσχημη εικόνα για την οργάνωση στη διεθνή κοινή γνώμη. Ο ίδιος ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν δήλωσε στην Ιταλία -μετά από την αναγκαστική αποχώρησή του από τη Συρία- ότι ο ένοπλος αγώνας δεν αποτελεί λύση.

Τελικά, αν και ο ένοπλος αγώνας του ΡΚΚ έκανε γνωστό το κουρδικό πρόβλημα σε όλον τον κόσμο, το ίδιο το Κουρδιστάν καταστράφηκε κυριολεκτικά από κάθε πλευρά -περιβαλλοντική, οικονομική, κοινωνική.

Συγχρόνως, η κήρυξη μόνιμης κατάστασης πολέμου στην περιοχή δεν επιτρέπει τη λειτουργία, ούτε καν σε υπολανθάνουσα μορφή, οποιουδήποτε δημοκρατικού θεσμού ή κουρδικής οργάνωσης. Τέλος, ο τρόπος που αντιμετώπισε η Ευρώπη την Οδύσσεια του Αμπντουλάχ Οτζαλάν, όταν απελπισμένα αιτούσε πολιτικό άσυλο, απέδειξε ότι τα κράτη που κατεξοχήν αξιώνουν παγκοσμίως τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, λειτουργούν μεροληπτικά στην περίπτωση των Κούρδων και δρουν επιλεκτικά ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα των λαών που επιλέγουν να στηρίξουν.

Όπως είπαμε το κόστος του πολέμου ήταν καταστροφικό για την οικονομία. Κοινή διαπίστωση πολλών Τούρκων οικονομολόγων και επιχειρηματιών είναι ότι κύρια αιτία της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα είναι ο πόλεμος στο Κουρδιστάν. Οι Τούρκοι επιχειρηματίες διαφωνούσαν πάντα με την πολιτική του τουρκικού κράτους και μετά την απαγωγή του Αμπντουλάχ Οτζαλάν τονίζουν ότι τώρα ενυπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες για πολιτική επίλυση του κουρδικού ζητήματος. Όμως, το κόμμα του Μπουλέντ Ετσεβίτ και οι «Γκρίζοι Λύκοι» του Ντεβλέτ Μπαχτσελί -που έχουν την ίδια πολιτική στο θέμα- πρεσβεύουν ότι δεν υπάρχει κουρδικό ζήτημα, αλλά πρόβλημα τρομοκρατίας που πρέηει να ξεκαθαριστεί με την ισχύ της βίας. Όπως λέει ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί «η σύλληψη του Οτζαλάν δεν πρέπει να μας αποσπάσει από τον κύριο στόχο μας που είναι η πάταξη της τρομοκρατίας».

Την ίδια στιγμή, το κουρδικό κίνημα συνεχίζει με αμείωτο κουράγιο να φωνάζει ότι απαιτείται πολιτική λύση. Οι  κουρδικές οργανώσεις είναι οι εξής: ΡΚΚ, PSK, PDK-Bakur, ΡΙΚ, PRK-Rizgari, PRNK.

<< Πίσω

Translate »